Ο θυρεοειδής αδένας είναι ένας από τους σημαντικότερους αδένες του ενδοκρινικού μας συστήματος. Έχει σχήμα πεταλούδας και βρίσκεται στη βάση του λαιμού, ακριβώς κάτω από το «μήλο του Αδάμ».
Παρά το μικρό του μέγεθος, ο ρόλος του είναι καθοριστικός, καθώς λειτουργεί ως ο κεντρικός ρυθμιστής του μεταβολισμού μας.
Ο θυρεοειδής παράγει ορμόνες (κυρίως την Τ4 – θυροξίνη και την Τ3 – τριιωδοθυρονίνη), οι οποίες μέσω του αίματος φτάνουν σε κάθε κύτταρο του σώματος. Οι ορμόνες αυτές ελέγχουν τον Μεταβολισμό, τη Θερμοκρασία, τον Ρυθμό της καρδιάς, και την Ανάπτυξη.
Οι παθήσεις του θυρεοειδούς είναι εξαιρετικά συχνές και επηρεάζουν εκατομμύρια ανθρώπους, με τις γυναίκες να εμφανίζουν συχνότερα προβλήματα. Διακρίνονται κυρίως σε λειτουργικές (πόσες ορμόνες παράγει ο αδένας) και μορφολογικές (πώς φαίνεται ο αδένας στην αφή ή στο υπερηχογράφημα).
Λειτουργικές Διαταραχές
Εδώ το πρόβλημα εντοπίζεται στην ποσότητα των ορμονών που κυκλοφορούν στο αίμα.
Μορφολογικές Διαταραχές
Εδώ το πρόβλημα αφορά τη δομή και το σχήμα του αδένα.
Η διερεύνηση των παθήσεων αυτών είναι συνήθως απλή και ανώδυνη:
Πολλές παθήσεις του θυρεοειδούς έχουν κληρονομικό υπόβαθρο. Αν κάποιος στην οικογένειά σας έχει πρόβλημα, καλό είναι να κάνετε έναν προληπτικό έλεγχο.
Η χειρουργική επέμβαση στον θυρεοειδή (θυρεοειδεκτομή) είναι μια συχνή διαδικασία που πραγματοποιείται συνήθως για την αντιμετώπιση όζων, καρκίνου του θυρεοειδούς ή υπερθυρεοειδισμού που δεν ελέγχεται με φάρμακα.
Η ολική θυρεοειδεκτομή είναι η χειρουργική επέμβαση κατά την οποία αφαιρείται ολόκληρος ο θυρεοειδής αδένας. Αποτελεί μία από τις πιο συχνές επεμβάσεις στην ενδοκρινική χειρουργική και προσφέρει οριστική λύση σε αρκετά προβλήματα.
Ενδείξεις Θυρεοειδεκτομής
Οι κυριότερες ενδείξεις για την αφαίρεση ολόκληρου του αδένα είναι:
Η επέμβαση γίνεται μέσω μιας μικρής οριζόντιας τομής στη βάση του λαιμού. Σήμερα, οι χειρουργοί χρησιμοποιούν εξειδικευμένο εξοπλισμό για μέγιστη ασφάλεια:
Επειδή ο οργανισμός δεν μπορεί να ζήσει χωρίς τις ορμόνες του θυρεοειδούς, η ολική αφαίρεση φέρνει κάποιες μόνιμες αλλαγές:
Όταν η πάθηση του θυρεοειδούς περιορίζεται μόνο στο ένα μέρος του αδένα, ο χειρουργός μπορεί να επιλέξει μια πιο περιορισμένη επέμβαση αντί για την ολική αφαίρεση. Οι δύο βασικοί όροι που θα ακούσετε είναι η Λοβεκτομή και η Υφολική Θυρεοειδεκτομή.
Παρόλο που μοιάζουν, έχουν μια σημαντική διαφορά στη φιλοσοφία τους:
Λοβεκτομή ή Ημιθυρεοειδεκτομή
Είναι η αφαίρεση του ενός από τους δύο λοβούς του θυρεοειδούς (δεξιού ή αριστερού), μαζί με το τμήμα που τους ενώνει (ισθμός).
Πραγματοποιείται όταν υπάρχει ένας ύποπτος όζος ή ένα αδένωμα που εντοπίζεται αυστηρά στον έναν λοβό, ενώ ο άλλος λοβός είναι απόλυτα υγιής.
Το μεγάλο της πλεονέκτημα είναι πως ο λοβός που παραμένει μπορεί συχνά να παράγει αρκετές ορμόνες για όλο το σώμα. Έτσι, περίπου το 50 – 70% των ασθενών δεν χρειάζεται να παίρνει το καθημερινό χάπι θυροξίνης μετά την επέμβαση.
Έτσι, μειώνεται στο μισό ο κίνδυνος επιπλοκών, καθώς ο χειρουργός δεν πλησιάζει καθόλου τα νεύρα και τους παραθυρεοειδείς αδένες της άλλης πλευράς.
Υφολική Θυρεοειδεκτομή
Σε αυτή την περίπτωση, ο χειρουργός αφαιρεί το μεγαλύτερο μέρος του αδένα και από τις δύο πλευρές, αφήνοντας σκόπιμα ένα πολύ μικρό τμήμα θυρεοειδικού ιστού (συνήθως 1 – 2 γραμμάρια) κοντά στα νεύρα.
Παλαιότερα χρησιμοποιούνταν πολύ στη νόσο Graves ή στην πολυοζώδη βρογχοκήλη, με την ελπίδα ότι το υπόλειμμα θα απέτρεπε τον υποθυρεοειδισμό.
Σήμερα, η τεχνική αυτή εφαρμόζεται σπανιότερα. Ο λόγος είναι ότι αν η νόσος υποτροπιάσει στο μέλλον, μια δεύτερη επέμβαση πάνω στον ήδη χειρουργημένο ιστό είναι πολύ πιο δύσκολη και επικίνδυνη. Οι περισσότεροι χειρουργοί σήμερα προτιμούν είτε την καθαρή Λοβεκτομή είτε την Ολική Θυρεοειδεκτομή.
Η απόφαση του χειρουργού για Λοβεκτομή εξαρτάται από:
Αν η τελική βιοψία μετά από μια λοβεκτομή δείξει κακοήθεια που απαιτεί περαιτέρω θεραπεία, ενδέχεται να χρειαστεί δεύτερο χειρουργείο για την αφαίρεση και του υπόλοιπου λοβού (συμπληρωματική θυρεοειδεκτομή).